Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Η Αυλή των Θαυμάτων μιας ταπεινής Πολίχνης




Στα μάτια των χωριατόπαιδων που έρχονταν για πρώτη φορά στο «Σαψί» για να δώσουν εισαγωγικές εξετάσεις στο Γυμνάσιο, τη δεκαετία του πενήντα, η ταπεινή Πολίχνη φάνταζε σαν πολιτεία λαμπεή. Τέσσερα μεγάλα Εμπορικά (Σπ. Κηπουρού, Σκοπιανού, Ζαμπογιάννη, αδελφών Νάνου), ένα πλήθος διαφόρων καταστημάτων ένδυσης, υπόδησης, επίπλων, ηλεκτρικών ειδών κ.λ.π., τέσσερα περίπτερα (Κουσίδη, Πέτρογλου, Τσοφίδη, Σπαθιάδη), μαγέρικα, καφενεία, αρτοποιεία, πρακτορείο εφημερίδων, βιβλιοπωλεία, ιατρεία, φαρμακείo, κρεοπωλεία, δύο ταξί (Ν. Τσιρίδη, Τατσίνα) κι ακόμα Δημόσιο Ταμείο, Τράπεζες, Ταχυδρομείο, Ειρηνοδικείο, Κινηματογράφος, γήπεδο ποδοσφαίρου, όλ’ αυτά και άλλα ακόμα, τους προκαλούσαν βαθειά εντύπωση, γιατί ήταν γι αυτούς πράγματα πρωτόγνωρα.

Εκείνο ωστόσο που μένει έντονα χαραγμένο στη μνήμη τους, παρότι πέρασε από τότε πάνω από μισός αιώνας, είναι το παζάρι της Παρασκευής, που ήταν μια εκδοχή της «Αυλής των Θαυμάτων». Ιδιαίτερα στον κεντρικό δρόμο κάθε τέτοια μέρα συνέβαιναν πράγματα και θάματα, που ακόμα και σήμερα, περιβεβλημένα με την αχλύ του χρόνου που πέρασε, μοιάζουν μαγικά. Ένα ετερόκλητο πλήθος συνωθούνταν στον μεγάλο δρόμο σε μια ακατάπαυστη κίνηση πάνω, κάτω. Χωρικοί με τραγιάσκες και σκουρόχρωμα ρούχα, μουσουλμάνοι με φεσάκια και πομάκοι με πολύχρωμα καλπάκια. Γυναίκες με φερετζέδες, μεσόκοπες χριστιανές με τα καλά τους κλασικά ρούχα και νέες με ντύσιμο πιο μοντέρνο, που αναδείκνυε την ομορφιά τους και χρωμάτιζε κάπως τη μουντή εκείνη εικόνα του πλήθους, που βρισκόταν σε αέναη κίνηση. Όλους κάτι τους απασχολούσε, κάτι έψαχναν, κάτι ν’ αγοράσουν, κάποιον να συναντήσουν, κάποια εκκρεμότητα να τακτοποιήσουν, κάποια υποχρέωση να εκπληρώσουν…
Εκείνοι όμως που έδιναν τον ιδιαίτερο τόνο σ’ αυτό το «πανηγύρι» ήταν οι κάθε λογής μικροπωλητές, είτε αυτοί κινούνταν ανάμεσα στο πλήθος είτε στέκονταν πίσω απ’ τον πάγκο τους: Λαχειοπώλες, κουλουράδες, πωλητές σάμαλι ή αναψυκτικών κι άλλοι, είχαν βρει ο καθείς έναν ιδιαίτερο τρόπο να διαλαλούν τα προϊόντα τους μ’ ένα δικό τους σλόγκαν! Εκείνος, του οποίου η φωνή κυριαρχούσε απ’ άκρη σ’ άκρη του δρόμου αλλά και στα πέριξ ήταν ο γερο Πορτοκάλης, πατέρας του κυρ Θανάση, που με φωνή στεντόρια διαλαλούσε την ποιότητα των αναψυκτικών που πουλούσε, στον πάγκο που έστηνε απέναντι απ’ το κρεοπωλείο του Τζανίδη: «Καρλί μπουζού…» φώναζε κι αμέσως μετά επεξηγούσε για τους μη γνωρίζοντες την τουρκική: «κρύο μπούζι…».
Στο χώρο όπου βρίσκεται το ψητοπωλείο του Σώτου ήταν το Πρακτορείο των λεωφορείων. Κυρίαρχη εδώ ήταν η μορφή του κυρ Θωμά Ρωμαϊδη που καταϊδρωμένος, αγχωμένος και χαλαρώνοντας διαρκώς τη γραβάτα του, πάσχιζε, ως ο υπεύθυνος Σταθμάρχης, να βάλει σε τάξη λεωφορεία, δρομολόγια κι επιβάτες, σ’ ένα χώρο εντελώς ακατάλληλο για Σταθμό Λεωφορείων. Σε κάποια άκρη ο ανάπηρος γιος του, ο Τάκης, καθισμένος πίσω από το πανέρι με κουλούρια, έδινε τη δική του μάχη που έμοιαζε ωστόσο με σώου, καθώς διαλαλούσε με πολύ ευφάνταστο τρόπο την πραμάτεια του. «Κουλούρια ζεστά, ζεστά» φώναζε και συμπλήρωνε «Χαλκαλάρ, σιτζάκ σιτζάκ, ουφάκ κιζανάρσι, για τα μικρά παιδάκια. Έλα να πάρεις, γκελ ολάρ σεν, γκελ ολάρ σεν». Κι ύστερα έλεγε το τραγουδάκι που είχε σκαρώσει: «Ωραία κουλουράκια για τα μικρά παιδάκια, τα δύο ένα φράγκο, τα δύο ένα φράγκο».
Αξέχαστη σε όλους η μορφή του.
Απ’ τους μικροπωλητές που κινούνταν ανάμεσα στο πλήθος, την παράσταση έκλεβαν δύο ψιλόλιγνοι μεσήλικες Ρομά, όχι λόγω παρουσιαστικού αλλά κυρίως εξαιτίας των πραγμάτων που εμπορεύονταν. Ο ένας πουλούσε τσακμακόπετρες απευθυνόμενος μεγαλόφωνα προς το καταναλωτικό κοινό δίγλωσσα: «Δέκα τσακμακόπετρες ένα φράγκο». «Ον τσακμάκτασι μπιρ φραγκ». Ο άλλος κρατούσε στο ένα χέρι ένα μάτσο συρματάκια σαν ηλεκτρόδια και φώναζε κάτι ακόμα και τώρα αδιευκρίνιστο για όσους δεν κατέχουν την τουρκική γλώσσα κάτι σαν «Ο Τουρού να κλαρινάρ»!
Πέρα απ’ το γεγονός ότι προσέδιδαν μια γραφικότητα στο όλο σκηνικό, εντούτοις προκαλούσε απορία πώς «κοτζάμ άνδρες» κατ’ όψιν λογικοί, περίμεναν χαϊρι και προκοπή από τέτοιο εμπόριο!
Στους δύο αλευρόμυλους του Μπακιρτζή και του Εξηντάρη, οι εικόνες θύμιζαν «Καραβάν Σαράι» με τις πολλές βοϊδάμαξες στην αυλή τους, τα βόδια δεμένα πάνω στο κάρο και τους χωρικούς να περιμένουν υπομονετικά,  πολλές φορές ως αργά το βράδυ, ν’ αλέσουν τα γεννήματά τους.
Πολύ ιδιαίτερες ήταν οι σκηνές και πολύ ενδιαφέροντα όσα διαδραματίζονταν στ’ Αλώνια. Το θέαμα ήταν πράγματι εντυπωσιακό! Εκατοντάδες ήταν τα ζώα, μεγάλα και μικρά, που έφερναν οι κάτοικοι των γύρω χωριών, με σκοπό να τα πουλήσουν. Στο χώρο που ήταν για πώληση τα συμπαθή τετράποδα, τα γαϊδουράκια, πρωταγωνιστούσαν οι Ρομά, επί το πλείστον, ζωέμποροι, οι Εσέκ Τσαμπάσηδες. Ήταν πολύ ιδιαίτερος ο τρόπος που κοίταζαν τα δόντια των ζώων και το πώς δοκίμαζαν τις δυνατότητές τους καβαλικεύοντάς τα πισωκάπουλα χωρίς το σαμάρι. Κι ύστερα, αν η δοκιμή τους ικανοποιούσε, έπιαναν το χέρι του ιδιοκτήτη, σχεδόν με το ζόρι, το κουνούσαν σαν σε χειραψία πάνω κάτω και με φράσεις όπως «άντε μπε, χαϊρ ολσούν» προσπαθούσαν να ολοκληρώσουν τη συμφωνία.
Αυτά και άλλα που συνέβαιναν στο παζάρι των Σαπών εκείνα τα χρόνια, στις δεκαετίες του πενήντα και του εξήντα, για τους σημερινούς νέους μπορεί να μη λένε τίποτα. Για μας όμως, που τα ζήσαμε, έχουν τη σημασία τους, γιατί αποτελούν κομμάτι της ζωής μας απ’ τα πιο όμορφα και σημαντικά.
Δημήτρης Κυριακάκης
Συνταξιούχος δάσκαλος καταγόμενος από Συκοράχη




Δεν υπάρχουν σχόλια: